Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Δρόμος αντοχής

Μπορεί να το είδε στο σχολείο, σε καμιά κολόνα κολλημένο, να του το είπε κάποιος φίλος ή η δασκάλα του - αλήθεια, αυτό δεν το θυμάται, δεν έχει μεγάλη σημασία άλλωστε. Θα γινόταν ένας αγώνας δρόμου στην περιοχή, συμμετοχές ανεξαρτήτου ηλικίας με ένα σχετικό χρηματικό τίμημα και κάποιο έπαθλο. Το είπε στον πατέρα του - εκείνος χάρηκε. Θεώρησε καλό που ο γιος του αυτοβούλως του ζήτησε να συμμετέχει σε κάτι κοινό και έδειχνε τόσο μεγάλη όρεξη να διακριθεί.

Την ώρα του αγώνα το αγόρι στάθηκε στη θέση εκκίνησης. Είχε τοποθετηθεί μια κορδέλα και όλοι οι δρομείς στάθηκαν πίσω της. Σκεφτόταν πως έπρεπε να κάνει καλή κατανομή δυνάμεων ώστε να έχει την αντοχή να πάει γρήγορα στο τέλος, η απόσταση δεν ήταν και μικρή. Έπρεπε να μείνει κοντά στους πρώτους και να τα έδινε όλα στα τελευταία κομμάτια. Ήθελε να τα πάει καλά, φανταζόταν τον εαυτό του να παραλαμβάνει το βραβείο του νικητή από τον δήμαρχο. Πρακτικά απίθανο να κέρδιζε βέβαια αλλά στο παιδικό του μυαλό τίποτα δεν ήταν αδύνατο. Ψηλόλιγνος, με ίσια σκουρόχρωμα μαλλιά να πέφτουν στα μάτια του και μάλλον άχαρος όπως τα περισσότερα αγοράκια λίγο πριν οι ορμόνες τους ξυπνήσουν καθοδηγώντας τα στην εφηβεία. Παράλληλα με τις σκέψεις του φρόντιζε να ελίσσεται πλησιάζοντας όλο και πιο πολύ την κορδέλα της αφετηρίας. Όσο για το παιδικό κορμί του εκείνος θυμόταν τους Κενυάτες και Αιθίοπες και όλους αυτούς τους Αφρικανούς αθλητές που είχε δει να σαρώνουν τα μετάλλια στους δρόμους αποστάσεων στους Ολυμπιακούς αγώνες της Βαρκελώνης το περασμένο καλοκαίρι - κι αυτοί τέτοιο σωματότυπο είχαν. Τώρα είχε μόνο την κορδέλα μπροστά του, είχε φτάσει στην πρώτη γραμμή της εκκίνησης. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει δυνατότερα καθώς ο δήμαρχος τελείωνε εκείνο τον εναρκτήριο λόγο στον οποίο δεν έδινε σημασία - αυτά που έλεγε ήταν για μεγάλους.

Αυτό που συνέβη τότε δεν το περίμενε, δεν το είχε υπολογίσει:

"Ρε μαλακισμένο φύγε από μπροστά μου μη σε πλακώσω στο ξύλο" ή
"Βλαμμένο κάνε στην άκρη γιατί θα σε αρχίσω στις σφαλιάρες" ή κάτι τέτοιο.

Γύρισε και είδε έναν τύπο που τον κοίταγε ευθεία στα μάτια ενώ ένιωσε και μια σπρωξιά, όχι δυνατή η αλήθεια είναι. Ήταν 7 - 8 χρόνια μεγαλύτερος του και το αγόρι ένιωσε σαν τις σφήκες που παρατηρούσε στο χωριό στις διακοπές να πέφτουν μέσα στο μπουκάλι της sprite - βούταγαν εκεί απ' όπου δεν θα ξανάβγαιναν και τελικά θα πνίγονταν γοητευμένες από τα τεχνητά αρώματα του αναψυκτικού. Κοκκίνισε ολόκληρος, τι δουλειά είχε εδώ; Πως να τα βάλει με όλους αυτούς; Τι περίεργη ιδέα ήταν να ζητήσει να λάβει συμμετοχή στον αναθεματισμένο αγώνα; Κι έκανε στην άκρη, βγήκε από την γραμμή αφετηρίας βουρκωμένος, έφτασε στο πλαϊνό πεζοδρόμιο όπου στεκόταν ο πατέρας του. Εκείνος τον κοίταγε απορημένος. "Πάμε να φύγουμε μπαμπά, δε θέλω να τρέξω!".

Στην αρχή έκπληξη, μετά ερωτήσεις, μετά: "Πήγαινε πίσω στη θέση σου, τι είναι αυτά που κάνεις;". Κι ο μικρός βούρκωνε μέχρι που δάκρυσε. "Γιατί κλαις γαμώτο σου, πήγαινε να τρέξεις". Ανάμεσα σε κοφτές αναπνοές και αναφιλητά ψέλιζε "Πάμε...δε θέλω...με έσπρωξε...να φύγουμε...θα με δείρει..." ενώ με το δάχτυλο έδειχνε τον ένοχο που ήταν πια στην πρώτη γραμμή εκκίνησης. "Πήγαινε πάρε τη θέση σου. Ήρθαμε εδώ, εσύ ήθελες, πλήρωσα συμμετοχή για να τρέξεις, όχι για να κλαις, και θα τρέξεις". Τίποτα.

Γεμάτος νεύρα ο πατέρας του τον σβέρκωσε και άρχισαν να ανηφορίζουν με τα πόδια για το σπίτι. Σε όλο τον δρόμο τα νεύρα δεν καταλάγιασαν ούτε λύθηκε ο κόμπος στον λαιμό ούτε στέγνωσαν τα μάτια. Λίγο πιο πάνω άκουσε την πιστολιά του αφέτη, γύρισε το κεφάλι και είδε τους δρομείς να ξεκινούν.

Στο σπίτι η ανίδεη για όλα αυτά μητέρα περίμενε να μάθει τι έγινε στον αγώνα. Το χαμόγελο της χάθηκε βλέποντας τα κοκκινισμένα μάτια του παιδιού της και ακούγοντας χέρια να χτυπάνε στο τραπέζι, πόδια να κλωτσάνε τα ντουλάπια και ένα παραμιλητό από τον σύζυγό της.

"Έχεις αλλάξει πολύ. Το φοβόμουν αυτό. Ήσουν πολύ κλειστό παιδί, ανησυχούσα. Να, θυμάμαι μια φορά που σε είχα πάει σε έναν αγώνα και δείλιασες, σηκωθήκαμε και φύγαμε. Εκείνη τη μέρα ένιωσα απελπισία. Αναρωτιόμουν τι δεν πήγαινε καλά με σένα. Όλα τα είχες κι όμως τα έκανες τα πράγματα τόσο λάθος."
Είχαν περάσει χρόνια. Το αγόρι είχε μεγαλώσει. Άκουγε τον γερασμένο πατέρα του και ξαναθυμόταν εκείνη τη μέρα. Σκεφτόταν πόσο διαφορετικά μπορεί να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν, τότε, αντί να τα έβαζε μαζί του, ο πατέρας του είχε βάλει χέρι σε εκείνον τον παλικαρά που πουλούσε νταηλίκι σε ένα 10χρονο. Ήθελε να νιώσει αυτή τη σιγουριά, ότι υπήρχε το στιβαρό χέρι του πατέρα να τον κρατήσει αν έχανε την ισορροπία του. Ήθελε, γενικά, να τον είχε ενθαρρύνει περισσότερο κοινωνικά, να του μάθαινε. Από την άλλη, επεκτείνοντας τον συλλογισμό του, σκεφτόταν πως την ίδια εκείνη ημέρα πήρε ένα πολύ σημαντικό μάθημα: Να μη βασίζεται σε άλλους, να μάθει να στέκεται στα πόδια του και να προσπαθεί μόνος του - σε αυτή τη ζωή άλλωστε άσχετα με το πόσο κοντά ή μακριά νιώθουμε τους γύρω μας είμαστε μόνοι μας.
"Τι ήθελες να κάνω ρε πατέρα; Δέκα χρονών ήμουνα.", αποκρίθηκε τελικά χαμογελαστός, κατανοώντας την οπτική του πατέρα του και μη θέλοντας να ανοίξει άλλη μια διαμάχη μετά από τις τόσες που είχαν προηγηθεί καθώς μεγάλωνε. Πια, ήξερε πως αυτό δεν είχε νόημα - δεν μπορείς να αλλάξεις τον τρόπο σκέψης ενός μεγάλου ανθρώπου με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορείς να μάθεις καινούρια κόλπα σε ένα γέρικο σκυλί.

Δυο μέρες μετά σε μια κουβέντα με τον γαμπρό του, κατά μια εικοσαετία μεγαλύτερος εκείνος, σαν από αυτά τα περίεργα παιχνίδια της μοίρας, κατά περίεργο λόγο η κουβέντα πήγε πάλι σε εκείνη τη μέρα. Ο ίδιος πίστευε πως κανείς δε θα θυμόταν τα περιστατικά που σημάδεψαν εκείνον τον (μη) αγώνα. Κοντά είκοσι χρόνια κανείς δεν είχε αναφερθεί σε αυτά τα γεγονότα. Και μέσα σε δύο μέρες έγινε διπλή αναφορά. Πρώτα από τον συμπρωταγωνιστή και μετά από έναν τρίτο παρατηρητή. Φαίνεται πως το κουτί της Πανδώρας πρέπει να είναι είτε ανοιχτό είτε κλειστό - ποτέ μισάνοιχτο ή μισόκλειστο.

"Δε θυμάμαι τι ακριβώς κάνατε, που είχατε πάει. Εσύ μπορεί να μην το θυμάσαι καν. Ήταν ο πρώτος καιρός που είχα παντρευτεί την αδερφή σου. Ο πατέρας σου ήρθε και μιλάγαμε και σχεδόν έβαλε τα κλάματα. Χάλια ήταν. Μου έλεγε πως είχατε πάει σε κάποιο αγώνα ή κάτι τέτοιο, πως εσύ του είχες πει να πάτε και τελικά το έβαλες στα πόδια. Συντετριμμένος ήταν, νόμιζε ότι είσαι αδύναμος, αναρωτιόταν τι θα απογίνεις. Δεν τον είχα ξαναδεί έτσι."

Τρεις άνθρωποι, τρεις αλήθειες. Δέκα κρίσιμα λεπτά πριν είκοσι σχεδόν χρόνια που ανασύρθηκαν σαν συνεννοημένα σε δύο άτομα και επανήλθαν λάμποντας από το φως ενός προβολέα που άλλαζε γωνία στη μνήμη του "παθόντος". Δεν ήταν ξεχασμένα αλλά ούτε και αναδύθηκαν ποτέ όλο τον προηγούμενο καιρό. Είναι να απορεί κανείς.

Και το αγόρι όσο κι αν δεν το ομολογεί πάντα είχε την απορία:
"Εκείνος ο αρχίδας που με τρομοκράτησε πως τα πήγε στον αγώνα;".

3 κουβέντες:

Σωτηρης είπε...

H αληθεια είναι πάντα θέμα οπτικής.Μας έλειψαν οι ιστοριες σου..

Ανώνυμος είπε...

Έχω τόσο καιρό να μπω εδώ μέσα. Είμαι χρυσόψαρο εκτός γυάλας. Κι όμως παράλληλα νιώθω τόσο οικεία, ίσως γιατί ποτέ δεν βαριέμαι να σε διαβάζω. Κι ας μη το ξέρεις πια.
Είσαι καλά;
Δεν ξέρω αν με θυμάσαι, εγώ εκείνο το ταξίδι στα Κανάρια ακόμη το θυμάμαι :p

BeBe.

2Σx2 είπε...

Ευχαριστώ Σωτήρη. Η αλήθεια τείνω να πιστέψω πως είναι υπερτιμημένη, όπως και αρκετά άλλα πράγματα.

Bebe,
γυναίκα - αράχνη, κρυφή ερωμένη και χρόνιο πάθος μου (είδες τι ωραία που τα λέω επειδή άργησα να απαντήσω;), που χάθηκες;
Άσε, έχουμε μεγάλη κρίση! Πάνε τα Κανάρια...ούτε μέχρι την Ύδρα (κι εκεί για camping, έτσι;) δεν μας βγάζουν τα λεφτά, χεχε!

Χάρηκα που πέρασες, γράφεις ξανά πουθενά ή σε κατάπιε το αδηφάγο σύστημα και η βιοπάλη; (Μα πως τα λεώ;)

Φιλιά!