Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

1/2

χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Εθισμένη Πολιτεία


Φαντάζομαι αρκετοί που θα τύχει να βρεθείτε στο blog μου θα έχετε λογαριασμό στο Facebook. Ειλικρινά, μεγαλύτερη βλακεία από αυτή δε νομίζω ότι υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο του ίντερνετ. Δηλώνω μάλιστα υπερήφανος που ποτέ δεν υπέκυψα στον πειρασμό να φτιάξω μια δική μου σελίδα εκεί. Βλέπω γνωστούς και φίλους να κάθονται να περνάνε ώρες κάνοντας τεστ προσωπικότητας, παίζοντας χαζοπαίχνιδα και ανταλάσσοντας μηνύματα. Το ίδιο ισχύει και για τους κλώνους του όπως το Τwitter και δεν ξέρω τι άλλο.

Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο πέρυσι, που βρισκόμουν σχεδόν κάθε πρωί, όποτε είχα κενά ανάμεσα στα μαθήματα πήγαινα στην αίθουσα με τους υπολογιστές για ενημέρωση. Επειδή συνήθως η μεγάλη ήταν κατειλημμένη λόγω μαθημάτων έμενε η μικρή όπου υπάρχουν 12 - 13 υπολογιστές. Και ποτέ δεν έβρισκα ελεύθερο. Εντάξει, να περιμένω. Αλλά να περιμένω τι; Από τους 13 χρήστες οι 10 ήταν στο Facebook και χαζογελούσαν μπροστά στην οθόνη. Οι υπόλοιποι 3 ήταν στο MSN. Εγώ κατέληγα στο κυλικείο να τρώω τοστ και τώρα τα παντελόνια μου δε μου κάνουν!

Αλήθεια, ποιο πλεονέκτημα προσφέρει το Facebook; Το δέχομαι μόνο αν γίνεται σε κλειστό κύκλο όπου υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες επικοινωνίας. Αλλά τι κάνει κάθε βούρλο να πιστεύει ότι επειδή με έψαξε στο Facebook μπορεί να θέλω να γίνουμε φίλοι; Αν δηλαδή, με βρει μια παλιά μου συμμαθήτρια από το Γυμνάσιο γιατί εγώ πρέπει να χεστώ από τη χαρά μου; Αν δεν τη συμπαθούσα τότε δε θα τη συμπαθήσω ούτε τώρα. Αν τη συμπαθούσα τότε θα φρόντιζα να μη χάσουμε επαφή. Και άντε και με βρίσκει το τούβλο που κορόιδευα στην εφηβεία μου (ε, όλοι το κάναμε αυτό) , θα μου κάνει πρόταση να γίνουμε φίλοι. Ας πούμε ότι την αποδέχομαι. Μετά θα μαθαίνω τι κάνει, αν παντρεύτηκε, που μένει, πως ξύπνησε, τι έκανε. Δε με νοιάζει! Άσε που θα μου σπάσουν και τα νεύρα μου επειδή το τούβλο του τότε θα είναι επιτυχημένη/ος σήμερα και θα μου κάνει και κουνήματα!

Μια φίλη μου που μένει δίπλα έρχεται κάθε τόσο σπίτι και κάθεται και φροντίζει μια...φάρμα! Αγοράζει οικόπεδα, φράχτες, γελάδια, κότες, λουλούδια, λάχανα, φυτεύει, μαζεύει, βάζει άλλους να της μαζέψουν και να τη βοηθάνε, βγάζει λεφτά. Όλα αυτά στο Facebook!

- Ρε καλή μου, ρε χρυσή μου, τι καταλαβαίνεις με αυτό που κάνεις;
- Είναι η φάρμα μου, κοίτα!

Άλαλος! Έρχεται δηλαδή στο σπίτι σου, κάθεται στον υπολογιστή σου, δε συζητάτε παρά φροντίζει τη φάρμα της...μην πάνε πίσω οι δουλειές!

Ο άλλος, λέει, του είπε η γκόμενά του ότι μιλούσε σε άλλη στο Facebook. Αργότερα αποδείχτηκε ότι την άλλη την είχε βάλει η κανονική για να τσεκάρουν αν ψαρώνει ο άλλος. Ή κάπως έτσι τέλος πάντων, κατινιές και μαλλιοτραβήγματα.

Εγώ είμαι οικόσιτο ον. Αρκετά κατοικίδιος άνθρωπος. Μου αρέσει το σπίτι μου και περνάω αρκετές ώρες. Απολαμβάνω την ηρεμία μου. Αλλά το να κάθεσαι σπίτι για να χαζολογάς στο Facebook μου φαίνεται ηλιθιότητα. Δες κάτι, άκου κάτι, μίλα με κανένα φίλο σου κανονικά, διάβασε κανένα βιβλίο. Κανονικό βιβλίο - όχι e-book. Άλλη βλακεία αυτή πάλι. Ηλεκτρονικά βιβλία! Το χαρτί είναι αναντικατάστατο. Το χαρτί έχει υφή και μυρωδιά. Το βιβλίο σου μένει, το συνδέεις με πράγματα και καταστάσεις, το βάζεις στη βιβλιοθήκη σου. Το άλλο τι θα το κάνεις; Ακόμα κι να κάτσεις να το διαβάσεις κοιτώντας σαν μπουνταλάς μια οθόνη γεμάτη λέξεις στο τέλος θα το στείλεις στον κάδο ανακύκλωσης του PC σου.

Σκέφτομαι τις νεότερες γενιές. Σε μερικά χρόνια θα μάθουν να εκφράζονται μόνο μέσα από ηλεκτρονικά μέσα. Με κινητά, υπολογιστές και LOL! Οι ίδιοι άνθρωποι που θα είναι φανταστικοί συνομιλητές εκεί θα αποδεικνύονται καχεκτικοί στην πραγματική επικοινωνία επειδή, απλά, δεν θα είναι εκπαιδευμένοι σε αυτήν. Άλλωστε η απρόσωπη επικοινωνία είναι πολύ πιο εύκολη αφού μπορείς να ανοιχτείς ή να πεις την εξυπνάδα σου πιο εύκολα - δε ρισκάρεις και πολλά. Το πολύ πολύ να μη σου ξαναστείλει μήνυμα ο Takis127 ή να παρεξηγηθείς με την Fallen Angel Teen!

Καλά, κι εγώ, 3 τα ξημερώματα τι κάθομαι και γράφω στο blog μου για το Facebook; Πως μου ήρθε πάλι αυτό; Τουλάχιστον δε θα πεταχτεί από πουθενά το βλήτο από το Γυμνάσιο να μου πει πως ήταν σε company meeting στην Atlanta...Είναι κι αυτό ένα κέρδος! Αλλά πάλι, γιατί κάθομαι τέτοια ώρα να γράφω ανοησίες; Είδες που όλοι πειραγμένοι είμαστε; Και μετά μας φταίει το Facebook!

Δευτέρα, 05 Οκτωβρίου 2009

Nowhere Reflections

Αντί να αναγκαστούμε να ανεβάζουμε τις συνέχειες σε 2 blogs (εδώ και στο Radio Nowhere) ξεχωριστά, αποφασίσαμε με τον Yannis να ξεκινήσουμε ένα εγχείρημα για το "Καταυλισμός" με τη δημιουργία ενός καινούριου blog αποκλειστικά για αυτό το λόγο όπου θα μπαίνουν οι συνέχειες αλλά και τα παρελκόμενα της ιστορίας. Το όνομα αυτού "Nowhere Reflections" και όποιος θέλει μπορεί να το βρει εδώ.
Τα δύο πρώτα αποσπάσματα της ιστορίας που είχαν ανέβει και στο oneiricon κατέβηκαν και δημοσιεύονται στο νέο blog όπου και θα μπαίνουν οι συνέχειες όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Η καταπληκτική ιστορία του Ονούφριου

Κανείς δεν ξέρει ποια μέρα ακριβώς εξαφανίστηκε ο Ονούφριος. Πρέπει να ήταν γύρω στα 16 του. Ήσυχος ήταν έτσι κι αλλιώς. Δεν μίλαγε πολύ και ούτε με πολλούς. Απαντούσε μόνο αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Το μόνο που συνέβη ήταν ότι από κάποια μέρα και μετά, απλά, σταμάτησε να εμφανίζεται και κανένας δεν τον ξαναείδε. Η αστυνομία δεν έκανε έρευνες – και πως να κάνει αφού δεν ενημερώθηκε. Αρκετοί αναρωτήθηκαν στην αρχή τι μπορεί να του έχει συμβεί. Έγινε το σχετικό σούσουρο. Αυτό που συμβαίνει όποτε κάποιο ασυνήθιστο γεγονός ταράζει τη διαδοχή των αποδεκτών πλαισίων. Αν οι συνειδήσεις είναι από χώμα τότε την εποχή του περιστατικού της εξαφάνισής του χωμάτινη σκόνη υπήρχε στον αέρα. Σταδιακά, και όσο δεν υπήρχαν νέα, η σκόνη κατακάθιζε και μαζί της το σούσουρο γινόταν ψίθυροι μέχρι που ο Ονούφριος δεν ήταν παρά ένα μυστήριο που καταχωρήθηκε στο παρελθόν πιάνοντας ένα απειροελάχιστο τμήμα της συλλογικής μνήμης.

Δεν υπήρχαν κλαίουσες, δεν υπήρχαν πονεμένα λόγια και δακρυσμένα μάτια. Αν κάτι υπήρξε ήταν μια απορία. Στην αρχή μπορεί να είχε να κάνει με τους λόγους που ένας ήσυχος έφηβος εξαφανίστηκε αλλά σταδιακά η απορία εξελισσόταν, όπως όλα, μέχρι που έγινε μια απορία σχετική με τις τύψεις του καθενός και τι θα μπορούσε να είχε γίνει ώστε να είχε αποφευχθεί αυτό το γεγονός. Μετά και από το στάδιο της ενοχής – που όμως περισσότερο δρούσε ως υπενθύμιση στον καθένα ότι οι ρυθμοί όλων των προσωπικών ρουτινών συνέθεταν την ολοκληρωτική ρουτίνα της καθημερινής ύπαρξης – ήρθε και η φάση όπου εκούσια διαγραφόταν ο Ονούφριος από το παρελθόν των κατοίκων της μικρής πόλης. Είναι πιο εύκολο να συνεχίζεις αν διαγράψεις το κακό και το καταχωνιάσεις στα βάθη της λήθης αντί να το ανακινείς και να σου δυσκολεύει την ύπαρξη. Αυτό ακριβώς έκαναν αμυνόμενοι μπροστά στην φθαρτότητά τους οι κάτοικοι και ο Ονούφριος θάφτηκε μαζί με τις λιγοστές αναμνήσεις που είχε ο καθένας από αυτόν και παρέα με τις τύψεις από μια κοινωνία που απέβαλε ένα μέλος της – έστω και ακούσια.

Αυτή είναι η ιστορία του Ονούφριου. Καλύτερα, αυτό είναι το γεγονός που προέτρεψε πολλούς να ασχοληθούν μαζί του, κι ας ήταν για λίγο, κι ας ήταν για λόγο άσχημο. Το πέρασμα του από τη Γη δεν είχε τίποτα σπουδαιότερο. Άλλωστε ήταν μικρός όταν χάθηκε. Δεν είχε προλάβει να διατυπώσει μια φοβερή ανακάλυψη, να θεσπίσει κάποιο νέο επιστημονικό νόμο ή να δώσει το όνομά του σε ένα καινοτόμο μαθηματικό θεώρημα. Δεν είχε προλάβει να καταπιαστεί ούτε με δουλειές ή κάποια τέχνη ώστε να αφήσει το σημάδι του μέσα από ένα πίνακα ζωγραφικής, ένα λογοτεχνικό πόνημα, μια μεγάλη εφεύρεση ή ένα τέλειο γλυπτό, μια θεσπέσια μουσική σύνθεση. Ας ήταν έστω μια λειτουργική κουζίνα αν ήταν ξυλουργός, ένα μεγαλοπρεπές κτίριο με ασυνήθιστες γραμμές αν ήταν αρχιτέκτονας, ένα επισκευασμένο όχημα αν ήταν μηχανικός...τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Η μόνη ιδιότητα του Ονούφριου ήταν να είναι 16 χρονών και να πηγαίνει σχολείο, να διαβάζει βιβλία και να περπατάει τα βράδια στα υποφωτισμένα σοκάκια που διακλαδίζονται στις γειτονιές και καταλήγουν στη δημοσιά όπως οι φλέβες και οι αρτηρίες που έχουν σα σημείο αναφοράς την καρδιά.

Ξεχάστηκε και κανείς δεν τον μνημόνευε μετά από λίγο καιρό. Η αλήθεια είναι ότι ο Ονούφριος απλά έφυγε και ξεκίνησε ένα μοναχικό ταξίδι. Αυτό κανένας δεν το έμαθε επειδή κανένας δεν τον ξαναείδε κι αν κάποιος τον είδε δεν ήταν κάποιος που θα τον γνώριζε για να του δώσει την παραμικρή σημασία. Έζησε στο δάσος και κοιμόταν στις κουφάλες των αιωνόβιων δέντρων. Έζησε στη θάλασσα και κοιμόταν στις πτυχώσεις βράχων φαγωμένων από τoν οργίλο ωκεανό και τα κύματα του που επέμεναν να παλεύουν με τις μεγάλες πέτρες παράγοντας όλο και περισσότερη άμμο. Έζησε και στην άμμο, σε ερήμους και κοιμόταν σε μοναχικά κοιλώματα του ανάγλυφου. Περιπλανώμενος και μόνος του έζησε για πολλά χρόνια έτσι. Το κορμί του αδυνάτιζε και τα γένια του μεγάλωναν. Τα ρούχα του ήταν αυτοσχέδια του και η τροφή του λίγη και δυσεύρετη. Τα μαλλιά του έφταναν να καλύπτουν τη ράχη του. Και μέσα σε όλη αυτή την ερημιά και όλη την απεραντοσύνη ο Ονούφριος ένιωθε πιο πλήρης από την εποχή που τον περιέβαλλε η ανθρώπινη συναναστροφή. Δε νοστάλγησε ποτέ κανέναν. Δεν επιθύμησε ποτέ τις παλιές ανέσεις. Δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να γυρίσει – και να ήθελε ήταν αμφίβολο αν θα κατάφερνε να βρει το δρόμο. Δεν ήξερε που είναι πια, πως λέγεται η εκάστοτε περιοχή που επιβίωνε, σε ποια χώρα να άνηκε. Ίσως σε μια άλλη εποχή αν κάποιος τον εντόπιζε και έβλεπε τον ασκητικό τρόπο ζωής του, την πραότητα στο βλέμμα του, τη γεμάτη σιγουριά ηρεμία στις κινήσεις του να μαγευόταν. Ίσως, τότε, μετά από μερικά χρόνια να αναγνωριζόταν σαν άγιος κάποιας εκκλησίας και οι άνθρωποι που πίστευαν να τον προσκυνούσαν μετά από αιώνες. Αυτά όμως είναι εικασίες για εποχές περασμένες. Τότε που οι άνθρωποι είχαν μεγαλύτερη ανάγκη να φτιάχνουν θεούς και αγίους.

Ο Ονούφριος περιπλανήθηκε συνολικά άλλα 47 χρόνια. Στα χρόνια αυτά η σκόνη είχε σκουπιστεί καλά και τίποτα δε θύμιζε σε κανένα ότι κάποτε έζησε σε εκείνη την μικρή κοινωνία ένα δεκαεξάχρονο, ευαίσθητο παιδί που αηδιασμένο από την υποκρισία και τη ματαιότητα της καθημερινής ύπαρξης αλλά και την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας με ένα συνάνθρωπο εξαφανίστηκε απροειδοποίητα. Μέχρι που σε κάποια έρημο ή κοντά σε μία θάλασσα ή σε μια απόκρημνη πλαγιά ή περιτριγυρισμένος από τη βλάστηση ενός δάσους ο Ονούφριος πέθανε ολομόναχος. Κι έκλεισε τα μάτια του με ευχαρίστηση, ένιωσε στο μυαλό του μια έξαψη ολοκληρωτικής διαύγειας και στο κορμί του μια ζεστή αίσθηση αγκαλιάς.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Antichrist

Ο Burtonite με είχε προκαταβάλει αρνητικά για την ταινία. Ήταν μηδενιστικός. Περίμενα να δω μια ακόμα προσπάθεια ενός φαντασμένου σκηνοθέτη που θεωρεί εαυτόν ως ορισμό του cinema. Όπως συμβαίνει με τέτοιες ταινίες τα συμπεράσματα του καθενός ποικίλουν. Και όπως με όλες τις δημιουργίες, και παρότι μπορεί να δοθεί πλήθος ερμηνειών από κοινό και κριτικούς (υπάρχει και το κρητικό κοινό - 2 σε 1), αυτό που είχε στο μυαλό του ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να το ξέρει, τελικά, κανείς.

Ο Lars von Trier είναι "άρρωστος". Αυτό το ξέραμε. Γνωρίζεις δηλαδή ότι δεν θα πας να δεις κάτι εύκολο ή εύπεπτο. Το "Antichrist" ανήκει σε εκείνο το είδος που ή θα σου αρέσουν πολύ ή θα μισήσεις. Εμένα μου άρεσε. Πέρα από τις σκηνές ωμότητας και τους ακραίους χαρακτήρες - ειδικά εκείνον της Charlotte Gainsbourg - το έργο βρίθει από συμβολισμούς. Προφανώς, η μανία που έχω με τα σύμβολα με κάνει προκατειλημμένο όπως και η αδυναμία μου σε mind - fucking ταινίες.

Σε ένα βαθμό η απόδοση συμβόλων ίσως να είναι και υπερβολική αν και δεν το νομίζω. Ενδεχομένως ο σκηνοθέτης να έχει διαφορετικές ερμηνείες αλλά άσχετα με αυτό αν μπει κανείς στο τριπάκι να ερμηνεύσει τι είδε θα κάψει μερικές δεκάδες κύτταρα. Κάτι που σημαίνει ότι ο "Αντίχριστος" δε βλέπεται με ποπκόρν και ντορίτος με λιωμένο τσένταρ - υπάρχει και το ενδεχόμενο ο θεατής να σιχαθεί άλλωστε αν είναι λίγο...soft. Αντίθετα, απαιτεί την προσοχή. Και την κερδίζει - σ' αρέσει, δε σ' αρέσει.

Η ταινία πραγματεύεται κατά βάση τη σκοτεινή μας φύση. Η φαινομενικά ψυχοπαθής πρωταγωνίστρια, έχει ανάγκη να της δίνεται προσοχή. Φοβάται την πιθανότητα να απομείνει μόνη. Αυτό την οδηγεί σε ακρότητες συνειδητοποιώντας ότι ο άντρας της είναι απόμακρος. Ακρότητες που σοκάρουν στην πορεία αλλά ο σκοπός είναι να δείξουν ακριβώς αυτή τη σκοτεινή δύναμη που επηρεάζει τις επιλογές μας ενάντια σε κάθε ηθικό κανόνα και αποδεκτά πρότυπα. Από την άλλη, ο Willem Dafoe είναι ο λογικός της υπόθεσης, ο καλός, ο politically correct. Που όμως σταδιακά απορροφάται από τη σκοτεινή φύση των όλων και φτάνει στα άκρα με τη σειρά του. Το κακό είναι παντού, σου λέει. Είναι στη φύση την ίδια. Είναι στα ζώα που δεν μπορούν να αποχωριστούν τους νεκρούς απογόνους τους, σε εκείνα που πληγώνουν τα παιδιά τους, σε εκείνα που δεν υπολογίζουν τίποτα στην απόγνωση τους, στα βελανίδια που νεκρά πέφτουν στο χώμα που τα πνίγει, στις βδέλλες που πίνουν το αίμα και, τελικά, στο κακό που φωλιάζει μέσα στον καθένα.

Πόνος, θλίψη, απόγνωση - αυτό είναι το τρίπτυχο που βασίζεται η ταινία και οι μοχλοί που βάζουν σε κίνηση τα πιο μαύρα γρανάζια της ύπαρξης. Σε κάποιους, οι αναφορές στην άθλια γυναικεία φύση μπορεί να φανούν φαλλοκρατικές ιδεοληψίες. Η αναφορά στο κυνήγι μαγισσών, η παραδοχή από την πρωταγωνίστρια ότι σε πολλές περιπτώσεις η πυρά άξιζε σε πολλές εξηγούνται από τις τύψεις της στη συνειδητοποίηση αλλά και στην πρότερη αίσθηση του κακού που προξενεί ακόμα και χωρίς να φαίνεται ικανή να το αντιληφθεί. Όμως, τελικά, είναι ένας τρόπος να δείξει ότι το κακό πάντα υπήρχε, είναι μια διαχρονική σταθερά στην πορεία του γένους - του ανθρώπου ως κομμάτι μιας φύσης η οποία είναι ικανή και για το όμορφο και για το άσχημο, και για τη ζωή και για το θάνατο, και για το καλό και για το κακό. Όλο αυτό επεκτείνεται μέχρι και τη σημερινή εποχή, στην ουσία του απαράλλαχτο και στην εικόνα του αντί για καύση και πυρά έχει xanax και ψυχοπάθεια.

Συμβολισμοί κι άλλοι. Η Εδέμ, ο Αδάμ και η Εύα, το πρώτο αμάρτημα, η υποταγή της λογικής στη σαρκική απόλαυση - το φίδι. Η αίσθηση ότι η ηδονή πρέπει να τιμωρείται γιατί είναι βλασφημία ειδικά όταν παροπλίζει την κοινή λογική - η σύνδεσή της με τη φύση αφού τότε ο άνθρωπος γίνεται ζώο καθώς υποδουλώνεται σε ενορμήσεις που αναιρούν τη νοητική λειτουργία και επεξεργασία. Τα τρία ζώα / οι τρεις ζητιάνοι, προάγγελοι θανάτου. Το ψηλό γρασίδι που σε τυλίγει - που σε κάνει ένα με τη φύση την ίδια, την κακή δική σου φύση.

Και τελικά, ο Αντίχριστος, που δεν είναι ένας αλλά κομμάτι από καθετί. Μια έννοια, μια δύναμη, το αντίπαλο δέος. Στην ταινία πάει πακέτο με μια καταπληκτική ερμηνεία από την Gainsbourg, τρομερή φωτογραφία και μερικές σκηνές που θα σου μείνουν στο μυαλό. Στην πραγματικότητα, απλά, ρίξε μια ματιά γύρω σου και θα τον δεις.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Ασκήσεις ισορροπίας...

…ανάμεσα στη ρουτίνα και στο όνειρο. Ω, έχεις μεγαλώσει και όλα τα ωραία και υψηλά τα νιώθεις με τον καιρό να σβήνουν από μέσα σου – να φωλιάζουν σε μέρη σου ανήλιαγα αναζητώντας τα ερεθίσματα για να σου θυμίζουν – όλο και πιο σπάνια, όλο και πιο λίγο – πως είσαι ζωντανός κι αυτό είναι που σε κρατάει, η γλυκιά προσμονή της φανέρωσης τους.

Νύχτωσε. Κι άλλο. Περισσότερο. Είσαι μόνος σου και κάνεις σκέψεις που τις ντύνει το άγχος και τις ορίζει το πρόγραμμα. Αριθμοί, κωδικοί, σύμβολα, όλα μαζί να φτιάχνουν το δικό σου, ξεχωριστό, μοναδικό μείγμα. Η ώρα περνάει κι εσύ εκεί καθηλωμένος σε μια οθόνη να ψάχνεις για λύσεις, να βρίσκεις απαντήσεις, να αναθεωρείς. Το κεφάλι βαραίνει, τα μάτια τσούζουν, τα χέρια σαπίζουν, η ψυχή παραιτείται, καταλαγιάζει, κάνει χώρο στην ανάγκη. Εξαντλείσαι, το πρωί έχεις άλλα 5 πράγματα να κάνεις. Για τώρα δεν έχει μείνει τίποτα άλλο να δεις, τίποτα να σκεφτείς. Πήγε 4 πάλι. Η νύχτα βαθιά, καθολική. Η ησυχία της έρχεται να τιμωρήσει τα βλάσφημα όντα της μέρας. Νυστάζεις πια. Το κεφάλι ασήκωτο, τα μάτια κλειστά, τα χέρια παράλυτα.

Σβήνεις τις συσκευές, σβήνεις τα φώτα. Κατευθύνεσαι στο υπνοδωμάτιο – κοίτα, το δωμάτιο του ύπνου, όχι η κρεβατοκάμαρα, όχι το κρεβάτι αλλά το δωμάτιο του ύπνου. Η πόρτα του κλειστή. Σα να την ανοίγεις και να μπαίνεις σε άλλο κόσμο. Δεν είναι έτσι. Παίρνεις τα νούμερα, τους συνδυασμούς, τα σύμβολα και μαζί με αυτά τα άγχη, την καθημερινότητα μαζί σου και πας να κλείσεις τα μάτια σου ξέροντας ότι αυτά θα σε βάλουν για ύπνο.

Ανοίγεις την πόρτα. Προσεχτικά. Δεν είσαι μόνος σου. Εκείνη κοιμάται από ώρα. Μην την ενοχλήσεις, κάνε ησυχία. Μπορείς γιατί ξέρεις το χώρο, προσανατολίζεσαι. Θα σταθείς μπροστά από το κρεβάτι, θα γλιστρήσεις προς τη δεξιά μεριά όπως το κοιτάς και απλά θα ξαπλώσεις όσο πιο ανάλαφρα μπορείς.

Την έχει σκεπάσει ένα μπλε ταβάνι, την περιτριγυρίζουν 3 γαλάζιοι τοίχοι και ένας χρυσαφένιος πίσω από το προσκεφάλι της – ιδέα της άνοιξης αυτή. Πορτοκαλί σεντόνια την τυλίγουν. Τα μάτια συνηθίζουν στο σκοτάδι μα δεν μπορείς να δεις τίποτα περισσότερο από μια μορφή να αχνοφαίνεται λίγο πιο σκούρα μέσα του. Είναι ακίνητη, ήρεμη. Έφτασες στη μεριά σου, ακουμπάς με τα χέρια σου – μα, τι κάνει, αλήθεια; Κοιμάται στα δεξιά, στη μεριά σου. Έχει πάρει το χώρο σου. Χαμογελάς μόνος μέσα στη νύχτα. Σκέφτεσαι: «Με αναζητούσε στον ύπνο της». Κι όσο δε σε έβρισκε, τόσο πιο δεξιά ερχόταν, μέχρι που έκανε κατάληψη της θέσης σου στο κρεβάτι. Ήσυχα τώρα, πρέπει να περάσεις το κορμί σου από πάνω της. Απόψε θα κοιμηθείς στη μεριά της.

Άκουσες ένα στεναγμό. Ένιωσες τη ζεστασιά του κορμιού της. Γύρισε προς τη μεριά σου. Ξαπλώνεις, βολεύεσαι. Με τον ίδιο τρόπο όπως κάθε φορά – πλακώνοντας το ένα σου χέρι σαν μαξιλάρι σε πλάγια θέση. Το χέρι της τυλίγεται στο στήθος σου ασυναίσθητα, δεν έχει ξυπνήσει. Κάτι ψελλίζει, καθώς είναι σε μια κατάσταση ονειρώδη – ακατανόητο, λίγο παραμιλητό, λίγη επιθυμία, λίγο όνειρο, λίγη προσμονή. Αυτά είχαν οι ακατάληπτες λέξεις που έφτιαξε. Τυλίγεις την παλάμη σου στη δική της. Κλείνεις τα μάτια και νιώθεις μέσα στο σκοτάδι πως εκείνα τα ωραία και τα υψηλά βγήκαν για λίγο στον ήλιο. Δε χρειάζεται πολλά για να γίνει αισθητό αυτό που λέμε αγάπη. Μόνο μερικές καλά συγχρονισμένες στιγμές.
Κι ας είναι νύχτα,
κι ας έχει ησυχία,
κι ας είσαι μόνο εσύ ξύπνιος ακόμα.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Τα ίδια...

1) Σιγά-σιγά δε θα υπάρχουν άλλα δάση για να καίμε.Τότε θα είμαστε απολύτως δικαιολογημένοι που θα βλέπουμε το δέντρο και θα χάνουμε το δάσος. Γιατί ποιος θα μας πει κοντόφθαλμους αν δεν υπάρχει τίποτα να δεις στον ορίζοντα;Θερίζουμε ότι σπέρνουμε μα σπέρνοντας σκατά μόνο σκατά θα πάρουμε για αντάλλαγμα. Και θα τα πάρουμε πίσω σε μεγάλες δόσεις, ανθισμένα και κατάμαυρα. Αρκετά για να μας πνίξουν. (1/7/2007)

2) Πουλάει το αίμα, πάντα πουλούσε. Πουλάει και ο τρόμος. Και ο πανικός βολεύει όταν πρέπει να αποπροσανατολιστεί ο λαός. Κι ο κάθε κοντόφθαλμος σκατόψυχος κατηγορεί. Ο νεοδημοκράτης θα πει ότι τις φωτιές τις βάζουν οι τσάτσοι του Λαλιώτη, ο πασόκος ότι η δεξιά καταστρέφει τον τόπο, ο αριστερός θα πει ότι ο δικομματισμός τα κάνει όλα και οι ακροδεξιοί θα βγουν στη γύρα να κάψουν τους αντιφρονούντες. Της πλάκας είστε όλοι και πιο πολύ τα κομματόσκυλα που σας υπηρετούν, οι φρουροί που σας συντηρούν. Σας χορτάσαμε όλους γιατί όλοι είστε πουλημένοι. Χορτάσαμε και τα αρρωστάκια που σας στηρίζουν, που μεταδίδουν τη βλακεία σας σα μεταδοτική νόσο. Δε σας έχουμε ανάγκη αν είστε έτσι. Να κάνετε εκλογές μόνοι σας, να αλληλοψηφιστείτε. Ποτέ δεν υπήρξα κομματικοποιημένος οπότε γιατί να έρθω να σας ψηφίσω; Σε αυτή τη χώρα, χρόνια τώρα, δεν ψηφίζουμε πολιτική δράση ούτε ιδεώδη, ψηφίζουμε κόμματα. Αυτή είναι η σύγχρονη ελληνική δημοκρατία. Ή μάλλον δεν είναι καν δημοκρατία – είναι βλασφημία να λέμε ότι έτσι είναι η δημοκρατία.

Αλλά κι εμείς, οι bloggers, οι «αδέσμευτοι» τα ίδια σκατά είμαστε. Ανεβάζουμε posts λες και κάνουμε διαγωνισμό ανάλογο με αυτό των καναλιών. Ποιος θα βγάλει περισσότερη θλίψη, αγανάκτηση ή οργή· έτσι για να πούμε ότι κάτι κάναμε, ότι συνεισφέραμε με λίγα ηλεκτρονικά δάκρυα στον εθνικό θρήνο. Θα περάσουν και οι φωτιές, θα ξεχαστεί και αυτό το θέμα…μέχρι το επόμενο. Η βραχεία μνήμη μας θα κάνει τη δουλειά της προς όφελος της μακράς μας ύπνωσης. Κι αυτή η ύπνωση είναι η μεγαλύτερη καταστροφή μας γιατί θα γεννά καταστροφές ή θα αποδέχεται τις καταστροφές που θα μας έρχονται με την ίδια απάθεια όπως πάντα. Panem et circenses για αχόρταγες, αιμοβόρες υπάρξεις. Να η καταστροφή.

Η πρώτη έννοια της λέξης «καταστροφή» δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή. Στα ομηρικά χρόνια σήμαινε τη σταδιακή επαναφορά της παλλόμενης χορδής έγχορδου μουσικού οργάνου σε θέση ακινησίας όπου και το όργανο σταματά να ηχεί. Εκεί που η χορδή ισορροπεί σε μια στασιμότητα. Τι είναι μια χορδή που δεν μπορεί να παράγει μουσική; Τι είναι ένα κράτος που φυτοζωεί; Τι είναι οι πολίτες που αδρανούν; (27/8/2007)

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Διακοπή για διακοπές!

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Να φύγετε! Να πάτε αλλού!

Κάποιες φορές, η καθημερινότητα όσο κι αν προσπαθείς συστηματικά να αποφεύγεις να την κοιτάς κατάματα απλά δε σε αφήνει να την αφήσεις ασχολίαστη. Ακόμα και μέσα από τα γραπτά του καθενός οι επιρροές της είναι εμφανείς. Αυτή η μιζέρια και η θλίψη που αποπνέει είναι διάχυτη ακόμα και σε κείμενα που ουδεμία σχέση έχουν, φαινομενικά, με την πραγματικότητα σε επίπεδο πολιτικής, οικονομίας, κρίσης θεσμών και αξιών.

Μετά από καιρό καταπιάνομαι με ένα θέμα που δε θέλω να γράφω σχετικά σε αυτήν την απομακρυσμένη γωνιά του παγκόσμιου ιστού: Η πολιτική στην Ελλάδα. Αφορμή μου δίνει η τακτική του οικονομικού επιτελείου της Νέας Δημοκρατίας για επιβολή πληθώρας νέων φόρων ώστε να αντιμετωπιστούν τα δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας τα οποία και παραμένουν διαχρονικές “αξίες” όσο Ευρωπαίοι και να γίνουμε, όσο δυτικοί κι αν νομίζουμε ότι εξελισσόμαστε, όσες Ολυμπιάδες και events να διοργανώσουμε καμαρώνοντας για το αθάνατο ελληνικό πνεύμα – το οποίο είναι μεν αθάνατο αλλά οι νεοέλληνες το έχουμε κηδέψει προ πολλού δε!

Δεν με ενδιαφέρει αν οι φόροι που επιβάλλονται καθημερινά με ρυθμό πολυβόλου είναι δίκαιοι ή όχι ή αν εφαρμόζονται σε άλλες χώρες της Ευρώπης ή μη. Αυτό που με ενοχλεί είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση η οποία αδυνατώντας να ελέγξει τις δημόσιες δαπάνες, την κρατική σπατάλη, τις μίζες, τα ρουσφέτια, τα σκάνδαλα, την παραοικονομία και τη διαφθορά σε όλους τους τομείς ώστε να γίνει αποτελεσματική και να περιορίσει την κακοδιαχείριση του δημοσίου χρήματος αυξάνοντας και την αξιοπιστία της, καταφεύγει σε εύκολες λύσεις όπως η επιβολή φοροεισπρακτικών μέτρων και ο επιπλέον δανεισμός μέσω συνεχόμενων εκδόσεων ομολόγων. Όλα αυτά σε μια εποχή που οι πολίτες ούτως ή άλλως ζορίζονται για να τα βγάλουν πέρα και με δυσκολία καταφέρνουν να εξασφαλίσουν ένα ανεκτό επίπεδο ζωής και διαβίωσης.

Για να ξαναπάρει μπροστά η οικονομία μετά από μια κρίση οικονομικού επιπέδου χρειάζεται καταρχήν η αύξηση του διαθέσιμου προς κατανάλωση εισοδήματος. Με αυτόν τον τρόπο ανεβαίνει η αγοραστική δύναμη του καθενός και τα γρανάζια τίθενται σε λειτουργία. Αύξηση της ζήτησης συνεπάγεται αύξηση της παραγωγής οπότε σιγά σιγά επιχειρήσεις που σήμερα φυτοζωούν αρχίζουν να δραστηριοποιούνται ξανά. Κερδοφόρες επιχειρήσεις αποδίδουν στο κράτος μεγαλύτερα ποσά ως φορολόγηση αλλά, το σημαντικότερο, έχουν χρήματα για επενδύσεις, ανάπτυξη και, ακολούθως, για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο οι σημερινοί άνεργοι είναι οι αυριανοί εργαζόμενοι και καταναλωτές δίνοντας εκ νέου κίνηση στα γρανάζια. Αυτά όμως φαίνονται πολύ απλά για να είναι αληθινά. Είναι. Θα πρέπει να εξεταστούν και άλλοι παράγοντες για να διαπιστωθεί αν είναι εφικτή μια τέτοια στροφή όπως δημογραφικοί αφού η Ελλάδα γερνάει και τα ασφαλιστικά ταμεία βρίσκονται στα πρόθυρα κατάρρευσης αδυνατώντας να καλύψουν τις πληρωμές τους από τις εισφορές τους. Αλλά, ακόμα κι αυτό, το δημογραφικό πρόβλημα, θα μπορούσε να βελτιωθεί αν τα ζευγάρια είχαν παραπάνω χρήματα ώστε να σκέφτονταν σοβαρά το να αραδιάσουν κάνα κουτσούβελο παραπάνω. Σαφώς όχι να επιλυθεί μιας και όταν αναγκάζονται να δουλεύουν και οι δύο δε μένει χρόνος για δημιουργία μεγάλης οικογένειας αλλά ξεφεύγω τώρα.

Τι κάνει λοιπόν η κυβέρνησή μας; Όπως, δυστυχώς, συμβαίνει με κάθε κυβέρνηση που εξασφαλίζει δεύτερη τετραετία (θυμηθείτε τη δεύτερη τετραετία των κυβερνήσεων Σημίτη) αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση και μπροστά στο φάσμα της αποτυχίας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ωθεί τα στελέχη της να αρπάξουν όσα παραπάνω μπορούν όσο έχουν τη δύναμη ενώ, από την άλλη, αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος πια, προχωρά σε πολιτικές που στη λογική της “βάζουν το μαχαίρι στο κόκκαλο” (αυτό το κόκκαλο, εν τω μεταξύ, πολύ ανθεκτικό μας προέκυψε – τόσα χρόνια ,μαχαιρώνεται ανηλεώς αλλά δεν μασάει...).

Το οικονομικό επιτελείο του Αλογοσκούφη στο σχέδιο προϋπολογισμού που είχε καταθέσει για ψήφιση πέρυσι αναφορικά με το 2009 προέβλεπε δανεισμό που δε θα υπερέβαινε τα 50 δις ευρώ. Σήμερα, στα μισά της χρονιάς, πλησιάζουμε ήδη τα 60 και το κοντέρ γράφει. Αυτό το ποσό είναι αναγκαίο για την αποπληρωμή των τόκων από δάνεια που έχουμε πάρει στο παρελθόν. Από την άλλη φαίνεται πως μέσω φορολόγησης (με ταρίφα 10%) προσπαθεί το τωρινό επιτελείο του Παπαθανασίου να μαζέψει ό,τι μπορεί. Αλλά, πια, αυτοί το έχουν παρακάνει και αυτό που προκύπτει είναι ανικανότητα, έλλειψη οράματος και προοπτικής, προχειρότητα και ευκαιριακή αντιμετώπιση. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι αυτό που έγινε πρόσφατα με τον ΟΠΑΠ.

Ο ΟΠΑΠ που είναι κατά 34% υπό κρατικό έλεγχο αποτελεί μια τεράστια πηγή εσόδων για το κράτος ειδικά όσο δεν άρεται το μονοπώλιο του στον τομέα των τυχερών παιχνιδιών. Το κράτος, λοιπόν, ως μέτοχος του 34% εισπράττει κάθε χρόνο τα μερίσματα που αντιστοιχούν σε αυτό το ποσοστό. Βγαίνει τις προάλλες και ανακοινώνει σχέδιο φορολόγησης του 10% (είπαμε, είναι η ταρίφα αυτή) του κεφαλαίου που θα παίζει ο κυρ-Μήτσος στο πρακτορείο του κυρ-Γιάννη. Παίζει, ας πούμε ο κυρ-Μήτσος 100 ευρώ και κερδίζει 50. Έρχεται το κράτος και του λέει: “100+50=150. Θα σου πάρω το 10 %, δηλαδή 15 ευρώ.” Του παίρνει δηλαδή και 5 ευρώ από τα κέρδη και 10 από τα λεφτά που έπαιξε λες και αν δεν κέρδιζε ο κυρ-Μήτσος το κράτος θα τον αποζημίωνε. Φυσικά, αυτή η βλακεία έφερε απεργιακές κινητοποιήσεις από τους πράκτορες βλέποντας την προοπτική τα έσοδα τους να μειωθούν αφού όλο και περισσότερος κόσμος δε θα θέλει, όσο άρρωστος κι αν είναι με τον τζόγο, να παίξει το παιχνίδι με τέτοιους όρους κι ενώ πια έχει εναλλακτικές (διαδικτυακό στοίχημα). Το κράτος υποχώρησε και είπε να φορολογήσει το 10% επί των κερδών μόνο. Να παίρνει από τον κυρ-Μήτσο μόνο 5 ευρώ δηλαδή και τα πράγματα ηρέμησαν.

Στο μεταξύ όμως η μετοχή του ΟΠΑΠ (όπου, θυμίζω, το κράτος είναι με 34% μέτοχος!) στην είδηση της πρόθεσης της κυβέρνησης σημείωσε απανωτές βουτιές φτάνοντας στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας πενταετίας. Η κεφαλαιοποίησή του (η αξία όλων των μετοχών δηλαδή) έπεσε από 7 δις ευρώ κάτω από τα 5.5 δις. 1.5 δις ευρώ ζημιά δηλαδή. Βέβαια, μια τέτοια κίνηση φορολόγησης θα έβλαπτε και την μελλοντική κερδοφορία του οργανισμού και το κράτος θα εισέπραττε όλο και μικρότερα ποσά υπό μορφή μερίσματος (είπαμε είναι μέτοχος του 34% - το λέω συχνά γιατί μάλλον το ξέχασαν στην κυβέρνηση)

Από τη μία δηλαδή επιβάλει ένα φόρο ο οποίος μειώνει τα πιθανά κέρδη του παίκτη ενώ, από την άλλη, και αυτό είναι για να τραβάει κανείς τα μαλλιά του, μειώνει τα έσοδα του ίδιου του κράτους από έναν κερδοφόρο οργανισμό (όπου το ίδιο είναι μέτοχος κτλ...). Μ' ένα σμπάρο δύο βλάκειες δηλαδή. Προσοχή, δεν εξετάζω, επαναλαμβάνω, αν ορθώς φορολογείται ο τζόγος ή όχι, αν κακώς η μισή Ελλάδα περιμένει να πλουτίσει παίζοντας ΚΙΝΟ, Τζόκερ και Στοίχημα. Εξετάζω τη χρονική στιγμή που επιλέχθηκε και αδυνατώ να εξηγήσω τόση προχειρότητα, ευκαιριακή επιδίωξη εισπράξεων, ενδεχομένως ανικανότητα έως και ηλιθιότητα θα μπορούσε να πει κανείς.

Φόροι, φόροι, υμιυπαίθριοι, φόροι, 10%, λάθη στα Ε9, κακοδιαχείριση, φόροι, Siemens, σπατάλες, φόροι, Βατοπέδι (ή Βατοπαίδι – ποια είναι, τελικά, η σωστή γραφή;), φόροι, ανεργία, φόροι, φόροι, φόροι......Γι' αυτό λέω: Να φύγετε! Να πάτε άλλου! Αν και φοβάμαι ότι εσείς είτε φοράτε πράσινα χαμόγελα είτε γαλάζια σακάκια τα ίδια θα κάνετε όπως τόσα χρόνια. Μάλλον η λύση είναι άλλη:

Να φύγουμε! Να πάμε αλλού!


Τετάρτη, 01 Ιουλίου 2009

Masqué

Αντικειμενικά ήταν όμορφος. Αυτό το παραδεχόταν ο καθένας. Αντικειμενικά ήταν απελπισμένη. Αυτό μπορούσε να το διακρίνει ο καθένας. Και στις δύο περιπτώσεις αρκούσε ένα βλέμμα. Στην πρώτη, το βλέμμα ερχόταν σε επαφή με κάτι απτό - ένα σουλούπι ελκυστικό. Στη δεύτερη ερχόταν σε επαφή με κάτι υπεραισθητό – μια αύρα μελαγχολίας μαζί με απομόνωση, απογοήτευση και ξεπεσμό.

Αντικειμενικά ήταν γοητευτική. Αυτό το διέκρινε ο καθένας. Αντικειμενικά ήταν δυστυχισμένος. Αυτό το παραδεχόταν ακόμα και ο ίδιος. Και στις δύο περιπτώσεις αρκούσε μια κουβέντα. Στην πρώτη, θα απαντούσε μια φωνή που έφτανε για να καυλώσει και τον πιο δύσπιστο. Στη δεύτερη θα ακουγόταν μια φράση με στοιχεία από παραίτηση, υποβάθμιση και απαξίωση.

Κατά γενική ομολογία το βράδυ ήταν βαρετό. Ο καπνός ήταν πολύς όπως συνήθως. Τα χρώματα είχαν το μουντό γκρι ενός film noir. Η μουσική ήταν ανάλογη. Οι μουσικοί έδειχναν συγκεντρωμένοι. Τα ποτά ήταν αργόπιοτα. Μία εσάνς καθαρού οινοπνεύματος είχε εμποτιστεί στον αέρα και μπλεκόταν με τις μυρωδιές από πολλές διαφορετικές μάρκες τσιγάρων.

Λογικό ήταν να μιλήσουν -αν και δεν είπαν πολλά. Αναμενόμενο να θέλουν να φύγουν νωρίτερα απ' ότι υπολόγιζαν όταν ντύνονταν για να βγουν – αν και ενδόμυχα αυτό ήθελαν. Απαραίτητο ήταν να φανεί πως κανείς δεν είχε ανάγκη κανέναν – αν και κανείς δεν μπορούσε να ζει μόνο με τον εαυτό του.

Στο δρόμο δεν είπαν τίποτα. Ούτε ήρθαν σε οποιαδήποτε σωματική επαφή. Η απουσία κάθε είδους αποδεκτής τελετουργίας, η αποφυγή κλισέ που πάντα λέγονται σε αυτές τις περιπτώσεις για να απενοχοποιήσουν το κλίμα ήταν εσκεμμένη και κοινή τους επιδίωξη, η σιωπή δεν ήταν από αμηχανία αλλά από αποφασιστικότητα. Η προσπάθεια να μην υπάρχει καμία έκθεση γνωρισμάτων, προσωπικοτήτων, χαρακτηριστικών κρίθηκε επιτυχημένη εκατέρωθεν.

Αφέθηκε. Πρώτα την έγδυσε. Μετά του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Δεν ήθελε να τον γλείψει αλλά το έκανε για να μην τη θεωρήσει βαρετή. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να την πηδήξει αλλά πρώτα ασχολήθηκε με το πίσω μέρος του λαιμού της, με την πλάτη της και τους μηρούς της για να μην τον θεωρήσει λιγούρη. Ήθελε να τον φιλήσει στο στόμα αλλά δεν το έκανε για να μην πιστέψει πως της έλειπε η επαφή. Δεν ξέρει πως του ήρθε και έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα της – δεν ήθελε να δημιουργήσει καμία υποψία δέσμευσης ή προοπτική επανάληψης. Ήθελε να χύσει αλλά όσο περνούσε η ώρα ένιωθε όλο και πιο αταίριαστη σε αυτή την εικόνα. Ήθελε να χύσει πάνω της αλλά όσο περνούσε η ώρα διαισθανόταν πως θα ήταν αταίριαστο – γιατί;

Οι ματιές απόφευγαν να συναντηθούν όπως σε έναν αποχωρισμό αγαπημένου που αποφεύγεις να κοιτάξεις πίσω ή κοιτάς όταν ο άλλος δεν κοιτά. Τα ρούχα ξαναφορέθηκαν. Τα σκαλιά, 22 στον αριθμό, οδηγούσαν τώρα χαμηλότερα. Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω τους, η πόρτα της εξόδου άνοιξε μπροστά τους. Ο ένας πήγε αριστερά, η μία πήγε δεξιά. Δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ. Ο ένας παλεύει με τη δυστυχία του, η μία με την απελπισία της. Και οι δύο έπρεπε να είναι λιγότερο δειλοί και περισσότερο ειλικρινείς. Αντικειμενικά. Ξημέρωνε. Μετά από ένα βιαστικό ύπνο θα ντύνονταν και οι δύο με το προσωπείο της καθημερινότητας τους.