Τετάρτη, 1 Ιούλιος 2009

Masqué

Αντικειμενικά ήταν όμορφος. Αυτό το παραδεχόταν ο καθένας. Αντικειμενικά ήταν απελπισμένη. Αυτό μπορούσε να το διακρίνει ο καθένας. Και στις δύο περιπτώσεις αρκούσε ένα βλέμμα. Στην πρώτη, το βλέμμα ερχόταν σε επαφή με κάτι απτό - ένα σουλούπι ελκυστικό. Στη δεύτερη ερχόταν σε επαφή με κάτι υπεραισθητό – μια αύρα μελαγχολίας μαζί με απομόνωση, απογοήτευση και ξεπεσμό.

Αντικειμενικά ήταν γοητευτική. Αυτό το διέκρινε ο καθένας. Αντικειμενικά ήταν δυστυχισμένος. Αυτό το παραδεχόταν ακόμα και ο ίδιος. Και στις δύο περιπτώσεις αρκούσε μια κουβέντα. Στην πρώτη, θα απαντούσε μια φωνή που έφτανε για να καυλώσει και τον πιο δύσπιστο. Στη δεύτερη θα ακουγόταν μια φράση με στοιχεία από παραίτηση, υποβάθμιση και απαξίωση.

Κατά γενική ομολογία το βράδυ ήταν βαρετό. Ο καπνός ήταν πολύς όπως συνήθως. Τα χρώματα είχαν το μουντό γκρι ενός film noir. Η μουσική ήταν ανάλογη. Οι μουσικοί έδειχναν συγκεντρωμένοι. Τα ποτά ήταν αργόπιοτα. Μία εσάνς καθαρού οινοπνεύματος είχε εμποτιστεί στον αέρα και μπλεκόταν με τις μυρωδιές από πολλές διαφορετικές μάρκες τσιγάρων.

Λογικό ήταν να μιλήσουν -αν και δεν είπαν πολλά. Αναμενόμενο να θέλουν να φύγουν νωρίτερα απ' ότι υπολόγιζαν όταν ντύνονταν για να βγουν – αν και ενδόμυχα αυτό ήθελαν. Απαραίτητο ήταν να φανεί πως κανείς δεν είχε ανάγκη κανέναν – αν και κανείς δεν μπορούσε να ζει μόνο με τον εαυτό του.

Στο δρόμο δεν είπαν τίποτα. Ούτε ήρθαν σε οποιαδήποτε σωματική επαφή. Η απουσία κάθε είδους αποδεκτής τελετουργίας, η αποφυγή κλισέ που πάντα λέγονται σε αυτές τις περιπτώσεις για να απενοχοποιήσουν το κλίμα ήταν εσκεμμένη και κοινή τους επιδίωξη, η σιωπή δεν ήταν από αμηχανία αλλά από αποφασιστικότητα. Η προσπάθεια να μην υπάρχει καμία έκθεση γνωρισμάτων, προσωπικοτήτων, χαρακτηριστικών κρίθηκε επιτυχημένη εκατέρωθεν.

Αφέθηκε. Πρώτα την έγδυσε. Μετά του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Δεν ήθελε να τον γλείψει αλλά το έκανε για να μην τη θεωρήσει βαρετή. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να την πηδήξει αλλά πρώτα ασχολήθηκε με το πίσω μέρος του λαιμού της, με την πλάτη της και τους μηρούς της για να μην τον θεωρήσει λιγούρη. Ήθελε να τον φιλήσει στο στόμα αλλά δεν το έκανε για να μην πιστέψει πως της έλειπε η επαφή. Δεν ξέρει πως του ήρθε και έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα της – δεν ήθελε να δημιουργήσει καμία υποψία δέσμευσης ή προοπτική επανάληψης. Ήθελε να χύσει αλλά όσο περνούσε η ώρα ένιωθε όλο και πιο αταίριαστη σε αυτή την εικόνα. Ήθελε να χύσει πάνω της αλλά όσο περνούσε η ώρα διαισθανόταν πως θα ήταν αταίριαστο – γιατί;

Οι ματιές απόφευγαν να συναντηθούν όπως σε έναν αποχωρισμό αγαπημένου που αποφεύγεις να κοιτάξεις πίσω ή κοιτάς όταν ο άλλος δεν κοιτά. Τα ρούχα ξαναφορέθηκαν. Τα σκαλιά, 22 στον αριθμό, οδηγούσαν τώρα χαμηλότερα. Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω τους, η πόρτα της εξόδου άνοιξε μπροστά τους. Ο ένας πήγε αριστερά, η μία πήγε δεξιά. Δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ. Ο ένας παλεύει με τη δυστυχία του, η μία με την απελπισία της. Και οι δύο έπρεπε να είναι λιγότερο δειλοί και περισσότερο ειλικρινείς. Αντικειμενικά. Ξημέρωνε. Μετά από ένα βιαστικό ύπνο θα ντύνονταν και οι δύο με το προσωπείο της καθημερινότητας τους.

Πέμπτη, 25 Ιούνιος 2009

Πότε;

Αναπαραστάσεις.
Τα κύτταρα ενός ζωτικού οργάνου.
Τα ζωτικά όργανα ενός ανθρώπου.
Οι άνθρωποι ενός κόσμου.
Οι κόσμοι ενός γαλαξία.
Ο γαλαξίας ενός σύμπαντος.
Τα σύμπαντα της απεραντοσύνης.
Εσύ!
Που στέκεσαι εσύ;

Ο χρόνος. Τον μετράμε. Τον μετράμε;

Σήμερα το πρωί ήμουν παιδί. Ήμουν εκείνο το κοκαλιάρικο αγοράκι με τα μαλλιά που έπεφταν στα ματιά του. Μάθαινα να κολυμπάω στη θάλασσα και γελούσα με όλη μου τη ψυχή. Με κρατούσαν δύο χέρια. Ένα στην κοιλιά, ένα στο στήθος. Φορούσα ένα μπλε μαγιό. Από τότε αγαπάω την αίσθηση της αλμύρας στα χείλη μου.

Σήμερα το μεσημέρι πήγα πρώτη φορά σχολείο. Δεν ήθελα. Φώναζα. Τα άλλα παιδάκια ήταν στην αίθουσα. Ήμουν έξω και ήρθε μία δασκάλα - δε θυμάμαι ούτε το όνομά της ούτε τη μορφή της. Θυμάμαι ότι μου χάρισε ένα ψαλίδι και μαρκαδόρους. Θυμάμαι ότι μου χαμογέλασε και τελικά με έπεισε να μπω.
Μετά από ένα τέταρτο θα παρακολουθούσα τα μαθήματα 6 τάξεων. Λίγο πριν το Γυμνάσιο κλώτσησα ένα θρανίο επειδή μια άλλη δασκάλα μου πήρε το βιβλίο μου - την θυμάμαι, Κατερίνα την έλεγαν. Ούρλιαξα, πέταξα την καρέκλα πίσω, έβαλα την τσάντα στον ώμο και έφυγα από την τάξη. Η κυρία Κατερίνα με ακολούθησε μέχρι το σπίτι, ανέβηκε πάνω και με ηρέμησε. Μεγάλη σκηνή.
Μετά από μισή ώρα ο πατέρας μου θα μου φώναζε επειδή έβγαζα μέσο όρο κάτω από 18 στην τρίτη Γυμνασίου. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή. 40 λεπτά μετά, στην πρώτη λυκείου θα έβγαζα 15 και στη δευτέρα 13. Κι αφού τον ταλαιπώρησα είπα να βγάλω 18 στην τρίτη για να ηρεμήσει.

Σήμερα το απόγευμα γνώρισα το γυναικείο κορμί. Με τρόπο που δεν είχα σκεφτεί. Η γιαγιά μου ήταν στο διπλανό δωμάτιο. Μας χώριζε μια μεσόπορτα. Μετά το γνώρισα σε άλλη μορφή, μετά σε άλλη. Το κοκαλιάρικο αγόρι μεγάλωσε. Ήταν 1.85 και μόλις 70 κιλά. Σταμάτησε να ψηλώνει, άρχισε να "δένει". Μετά βγήκε έξω, μέθυσε, ανέβηκε στο καπό ενός περιπολικού, βούτηξε σε παγωμένη θάλασσα, έκανε καταχρήσεις γιατί ότι του άρεσε το έκανε πολύ μέχρι να το βαρεθεί και να βρει το επόμενο αρεστό.

Σήμερα το βραδάκι ηρέμησα. Δούλεψα για πρώτη φορά. Συμφιλιώθηκα με αυτούς που κατηγορούσα. Παθιαζόμουν αλλά πια είχα συναίσθηση της υπερβολής. Εικόνες, εμπειρίες. Πάντα λιγότερες από αυτές που θα ήθελα. Πάντα περισσότερες από αυτές που θα ήταν αν τα πράγματα ήταν αλλιώς.

Ο παππούς μου, ο Σωτηράκης, η Φωτεινή, η μητέρα μου, η κηδεία, τα βαφτίσια, το χτύπημα, το φιλί, ο αμμόλοφος, το γέλιο, τα δάκρυα, αστραπές, βιβλία, τραγούδια, γούστα, ρούχα, γύμνια, ενοχές, λάθη, λάθη, έμπνευση, εξέλιξη, βάλτος, φωτογραφίες, κλεμμένες στιγμές, ταξίδια, γραφές, διαγραφές, λαμπερές επιγραφές μπροστά και ένας ωκεανός από συναισθήματα, αγωνίες, χαρές, εκπλήξεις στα σκοτεινά δρομάκια της περιπλάνησης στο μοναδικό ταξίδι.

Αύριο το πρώι μπορεί όλα να μην είναι.
Τα κύτταρα αναπλάθονται.
Οι άνθρωποι αναπαράγωνται.
Οι κόσμοι εξελίσσονται.
Οι γαλαξίες κινούνται.
Τα σύμπαντα συστέλλονται και διαστέλλονται.

Κι εμείς νομίζουμε ότι μπορούμε να μετράμε το χρόνο.
Απομακρύνσου, αποτραβήξου, δεν είσαι παρά το πάτημα ενός πλήκτρου στο ατέλειωτο βιβλίο της γραφομηχανής της αιωνιότητας. Δεν είμαι παρά ένα βλεφάρισμα. Όταν ανοίξεις τα μάτια σου θα έχω εξαφανιστεί. Δεν ξέρεις που ήσουν πριν, δεν ξέρω που θα πάω μετά. Εδώ είναι όλα. Τώρα.

Τώρα.
Τώρα.
Και τώρα.
Αν το επαναλάβεις πολλές φορές η λέξη θα σου φανεί ανούσια. Η αδράνεια παράγει αδράνεια. Μην το σκέφτεσαι άλλο. Πες το μία φόρα και ξεκίνα. Τώρα.

Κυριακή, 21 Ιούνιος 2009

Σκυλίσια νύχτα

4:04, ξημερώματα Κυριακής. Ξημερώματα της πρώτης μέρας του καλοκαιριού. Καλοκαίρι - καλός καιρός δηλαδή. 35 βαθμοί και σώμα που αγωνίζεται να διατηρηθεί δροσερό. Αυτός είναι ο καλός καιρός; Περιττή γκρίνια. Κάθε καλοκαίρι έτσι είναι. Αϋπνίες. Φταίει ο καλός καιρός. Μυαλό γεμάτο σκέψεις. Δίπλα μου παρατημένες σημειώσεις. Εμπρός μου μια οθόνη υπολογιστή. Κάθομαι σε μια καρέκλα σκηνοθέτη. Έξω ο Άγιος Παντελεήμονας. Ειρωνεία ε; Η κοιτίδα των μεταναστών όπως βαφτίστηκε από τα ΜΜΕ να λέγεται Παντελεήμονας. Αυτός που ελεεί τους πάντες. Σκέψεις. Πολλές. Δεν μπορώ να τις γράψω γρήγορα. Γράφω προσεκτικά. Χωρίς να κάνω θόρυβο πιέζοντας τα πλήκτρα. Είναι στο άλλο δωμάτιο και κοιμάται. Φοράει μόνο ένα βρακάκι. Είναι καλοκαίρι, το είπαμε;

Αναρωτιέμαι τι να ονειρεύεται, τι να βλέπει στον ύπνο της. Άναψα τσιγάρο. Ένα ακόμα. Το επόμενο του προηγούμενου. Το προηγούμενο του επόμενου. Σκέψεις. Θέλω διακοπές. Έχω να κάνω 2 χρόνια. Σκόπελος. Θέλω και λεφτά. Για να τα χαλάω στις διακοπές. Πιο πολύ όμως θέλω να ηρεμήσω. Το κεφάλι μου είναι βαρύ. Τα νεύρα μου είναι τεντωμένα. Το κορμί μου κομμένο. Η μάνα μου μου είπε ότι ήμουν ματιασμένος. Κάτι θα ξέρει.

4:19. Δε νύσταξα αρκετά ακόμα. Νυστάζω αλλά όχι τόσο ώστε να ξεραθώ πριν συνειδητοποιήσω ότι ζεσταίνομαι. Στην απέναντι πολυκατοικία κάποιος ξύπνησε και έβαλε μουσική. Όχι δυνατά. Ακούω μόνο το μπάσο της. Ρουφιανεύω την καθημερινότητά του. Ή μάλλον την καθηνυχτερινότητά του. Σιγά! Ποιος είναι αυτός; Ποιος είμαι εγώ;

4:24. Σταματάω εδώ. Κλείνω την οθόνη. Πέφτω για ύπνο. Όταν με ξυπνήσεις θα ήθελα να μου έχεις έτοιμο καφέ. Θα τον πιω γρήγορα να πάμε στο λιμάνι. Άλλοι θα φεύγουν άλλοι θα έρχονται. Εμείς θα πάμε για δουλειά. Αν μου έχεις καφέ έτοιμο θα είμαι λιγότερο γκρινιάρης. Όλη την Κυριακή. Θα κοιμηθώ με αυτήν την προσμονή. Αν στο έλεγα θα ήταν σικέ. Αν το κάνεις θα είναι όμορφα. Αν δεν το κάνεις πάλι θα είναι όμορφα. Απλά, θυμάσαι τι σου έλεγα; Οι άνθρωποι συνηθίζουμε να πλάθουμε σενάρια στο μυαλό μας. Όταν δεν ικανοποιούνται μανουριάζουμε χωρίς ουσιαστικό λόγο. Μανουριάζουμε για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ. Κι όταν ερωτηθούμε: "Τι έχεις;", μανουριάζουμε περισσότερο. Φανταστικοί τύποι που είμαστε...

Σάββατο, 30 Μάϊος 2009

Llorando

Δώδεκα. Τόσες πρέπει να ήταν οι φορές που επιχείρησε να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά και να αποφασίσει για το τι θα έκανε. Άλλες δώδεκα ήταν οι φορές που δεν μπορούσε να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα.

Τριαντατέσσερα. Τόσα ήταν τα λεπτά που απέμεναν μέχρι να έρθει αντιμέτωπος με την μοίρα του. Δεν μπορείς να τα βάλεις με κάποιους αντιπάλους. Καμιά φορά, όταν ξέρεις ότι θα χάσεις, πρέπει να σκέφτεσαι με γνώμονα τον περιορισμό της ζημιάς και όχι τη νίκη.

Την δεκατητρίτη φόρα αποφάσισε. Η απόφαση ήταν να αποφύγει να αποφασίσει οτιδήποτε μέχρι να έρθει η κρίσιμη στιγμή. Δεν μπορούσε να ελιχθεί, να ξεφύγει. Ήξερε μόνο ότι θα έβγαινε χαμένος. Ήξερε ότι θα είχε να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο που βρισκόταν σε θέση ισχύος.

Δεκαέξι λεπτά. Παράλογο αλλά αντί το άγχος να κορυφώνεται συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Μία αίσθηση ηρεμίας πρωτόγνωρη. Η απόφαση της μη απόφασης έβγαλε από τη μέση κάθε πίεση. Δεν υπήρχε η αγωνία της καλής παράστασης – η αγωνία, δηλαδή, να φανεί πειστικός και ικανός να διαχειριστεί την κατάσταση σύμφωνα με κάποιο σχέδιο. Γαλήνη και τίποτα άλλο.

Μηδέν. Τόσα τον απασχολούσαν.

Μηδέν. Η ώρα έφτασε. Στάθηκε με βλέμμα που αν ήταν άνεμος θα σε τύλιγε απαλά κι αν ήταν θάλασσα διάφανη θα σε δρόσιζε με καθηλωτική συνέπεια. Η στάση του σώματος δεν πρόδιδε κανένα συναίσθημα. Τα χέρια παράλληλα με το κορμί του, τα πόδια ελαφριά ανοικτά.

Δύο λεπτά. Τόσο άργησε η αναμέτρηση χωρίς, όμως, δική του υπαιτιότητα. Ίσως σφάλμα του ρολογιού ενός εκ των δύο. Ίσως εκούσια καθυστέρηση της άλλης πλευράς για να καταδείξει την ανωτερότητά της.

Μηδέν ξανά. Παρέμεινε στην ίδια θέση και στάση. Αντιμετώπιζε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο, μια σιγουριά βέβηλη και την ειρωνεία λόγων που έφυγαν μαζί με τα χείλη που τους ξεστόμιζαν. Κι όμως κανένα άγχος. Αντίθετα, μίλησε και είπε λέξεις που τόνωναν την αυταρέσκεια, την υπεροχή, την μάταιη εγωπάθεια του δέους που τον αντίκριζε.

Κλικ. Ο ήχος του διακόπτη. Σκοτάδι. Τα πάντα ίδια υπό την σκέπη του. Οι ρόλοι έπαυσαν να είναι διακριτοί. Οι ενέργειες μπερδεύτηκαν, πλέχτηκαν. Κανείς δεν ήταν κανένας. Οι σκέψεις νεκρώθηκαν. Οι αισθήσεις ναρκώθηκαν. Οι ιδέες πέταξαν προς τον κόσμο τους.

Κλακ. Ο διακόπτης. Φως. Ο καθρέφτης απέναντι. Και μέσα σ' αυτόν ένα βλέμμα που αν ήταν άνεμος θα σε τύλιγε απαλά κι αν ήταν θάλασσα διάφανη θα σε δρόσιζε με καθηλωτική συνέπεια. Όλα τα υπόλοιπα εξαφανισμένα. Έχασε αλλά δεν καταστράφηκε.

“Δεν μου αρέσει να με ακουμπούν μα δεν αντέχω να κοιμάμαι μόνος μου τις νύχτες”. Τα ίδια λόγια και από τις δύο πλευρές. Ύστερα έκανε στο πλάι, έμεινε μόνος του. Γύρισε, άνοιξε την πόρτα, άνοιξε το βήμα του και τελικά αφέθηκε να ανοιχτεί και ο ίδιος.

Κυριακή, 3 Μάϊος 2009

Συνωμότητα

Το άνοιξε, σελίδα 176, τρόπος τυχαίος.
Σας λέω:
"Ήταν ένα κοινό βιβλίο, ούτε δερματόδετο ούτε καμία ακριβή έκδοση. Ένα απλό βιβλίο σαν αυτά που έχετε κατά δεκάδες στη βιβλιοθήκη σας ή διάσπαρτα στο σπίτι σας - όπου κι αν τα βάζει ο καθένας τέλος πάντων. Λοιπόν, δεν κοίταξε την σελίδα, δεν ήξερε ότι την έλεγαν 176, γύρισε ένα φύλο από δεξιά προς τα αριστερά – 178 πια, το βλέμμα στη μέση της δεξιάς σελίδας, εν ονόματι 179.
Έγραφε: “Η ίδια άλλωστε μας είπε ότι ο Δημόκριτος γελούσε συχνά, ότι θεωρούσε την ευθυμία σπουδαίο αγαθό. Όταν έφτασε σε μεγάλη ηλικία, πήρε ωστόσο τη θλιβερή απόφαση να τυφλωθεί εκουσίως για να απαλλαγεί από την θέα των ωραίων γυναικών που δεν μπορούσε πια να κατακτήσει.”
'Βαρετό', σκέφτηκε, 'τόσο βαρετό κι αυτό.' Έκλεισε το βιβλίο, το πέταξε στην άκρη και με μια γρήγορη κίνηση η λεπίδα διέσχισε οριζόντια το λαιμό. Τέλος. Οριστικό και αμετάκλητο. Θεωρούσε την αυτοκτονία μια πράξη δειλίας που όμως απαιτούσε λίγες ηρωικές στιγμές από τον αυτόχειρα ακριβώς τη στιγμή που θα λάβαινε χώρα. Τί αντιφατική!
Σκεφτόταν επίσης:
'Μα, με ποιο τρόπο;
Να πηδήξω από ψηλά; Κι αν μετανιώνω στην πορεία; Φριχτό!
Πιστόλι στον κρόταφο και Μπαμ! Όχι, πολύ εύκολο.
Πνιγμός. Μπα, περιττά βασανιστικό.
Φωτιά. Όχι, όχι, σαν το πνιγμό κι αυτό. Εξίσου αργό.
Κρέμασμα. Σκατά, αυτό το κάνουν όλοι.
Χάπια. Θα νομίζουν ότι τρελάθηκα, όχι.'
Και έκανε τέτοιες σκέψεις. Έφτιαξε μία λίστα με 345 διαφορετικές εκδοχές μιας αυτοθανάτωσης. Διάλεξε τελικά το σκίσιμο του λαιμού. Ακαριαίο, απότομο αλλά απαιτεί φοβερή γενναιότητα ώστε να είναι ακριβές, συνεχόμενο και με εγγυημένα αποτελέσματα. Δε χωράνε δειλίες. Μόνο αποφασιστικότητα.Έτσι, το έκανε."

Που τα ξέρω όλα αυτά; Τα ξέρω. Δεν έχει σημασία ούτε νόημα όπως δεν έχει νόημα γιατί αυτοκτόνησε, τι φύλου ήταν, πόσων χρονών ήταν, πού ήταν, τι άφηνε πίσω.Η απορία μου είναι:
Αν άνοιγε σε μια άλλη σελίδα το βιβλίο ή αν έλεγε άλλα η σελίδα 179 ή αν έπεφτε στα χέρια του ένα άλλο βιβλίο θα άλλαζε κάτι; Γιατί, δεν μπορεί, θα υπήρχε κάτι αρκούντως ενδιαφέρον ώστε να έπειθε το άτομο που εξετάζουμε να αναβάλει το θάνατό για λίγο, για περισσότερο ή ακόμα και να τον ακύρωνε. Τι θα ήταν αυτό; Μα, είναι μια πολύ προσωπική ερώτηση αυτή.

Φύσηξε ξαφνικά αέρας, πήρε το βιβλίο, το περιδίνισε ελαφριά και το προσγείωσε ανοιχτό στη σελίδα 234. Αν είχε ανοίξει εκείνη τη σελίδα μπορεί να μην είχε αυτοκτονήσει. Αν και, κατά τη γνώμη μου, δεν έγραφε και τίποτα σπουδαίο αλλά άλλο εγώ, άλλο εσύ, άλλο ο καθένας.
Άλλη μια ριπή ανέμου, το βιβλίο σα φτερό σηκώθηκε και προσγειώθηκε κλειστό σε μια λίμνη αίματος δίπλα σε ένα πρόσωπο με ορθάνοιχτα μάτια και μια όψη σαν την πιο τρομακτική μάσκα.

Πέμπτη, 2 Απρίλιος 2009

Κάπου τριγύρω...

...υπήρχε ένας βλαμμένος
ο βλαμμένος θαύμαζε έναν χαζό
ο χαζός θαύμαζε έναν όμορφο
ο όμορφος θαύμαζε έναν κακό
ο κακός θαύμαζε έναν έξυπνο
ο έξυπνος δε θαύμαζε κανέναν

κι απόμεινε μονάχος

Σάββατο, 21 Μάρτιος 2009

Παιχνίραμα

Έχω μια ιδέα!
Θα μου πάρει περίπου 43 δευτερόλεπτα - με τα ανθρώπινα στάνταρ για τη μέτρηση του χρόνου - μέχρι να πληκτρολογήσω τις λέξεις για να φτάσω μέχρι την επόμενη τελεία, κοίτα, έφτασα. Ίσως να μου πήρε λιγότερο - μπορεί να πληκτρολόγησα πιο γρήγορα επειδή νιώθω μια φόρτιση.
Λοιπόν, σου πήρε 9 δευτερόλεπτα και 6 δέκατα για να διαβάσεις μέχρι εδώ. Περίπου ένα δέκατο του δευτερολέπτου ταχύτερα από το χρόνο που χρειάζεται ο Χουσείν Μπολτ από την Τζαμάικα για να διανύσει 100 μέτρα και να κάνει παγκόσμιο ρεκόρ.
Σου πέρασε από το μυαλό να δεις αν έχω δίκιο; Αν χρειάστηκες 9,6'' για να διαβάσεις μέχρι εκεί που σου είπα; Μπορεί ο δικός σου πραγματικός χρόνος να μη συμπίπτει με την εκτίμηση μου. Μπορεί να μπορείς να πληκτρολογήσεις μέχρι να φτάσεις στην τελεία πιο γρήγορα από 43 δευτερολέπτα ή πιο αργά. Θες να το συζητήσουμε κι άλλο; Έχει σημασία; Θα μπορούσαμε να περάσουμε μια ζωή μελετώντας αυτά τα φαινόμενα και να κάνουμε μετρήσεις χρονικές.
Ρωτάς:
-Πόσο είναι μια ζωή;
Μη μου κάνεις ερωτήσεις που δεν μπορώ να σου απαντήσω.
Να σου πω ένα δεδομένο; Είμαι ένας ανήθικος απατεώνας, ένας ληστής, ένας κακοποιός, ο πιο άτιμος κλέφτης. Ακόμα δεν έχεις καταλάβει γιατί; Χρειάστηκες περίπου 34 δευτερόλεπτα για να φτάσεις μέχρι εδώ. Και τι έχεις καταφέρει; Τίποτα! Εγώ τι κατάφερα; Να αρπάξω με δόλιο τρόπο αυτό το χρονικό διάστημα από την ύπαρξη σου!
Σε ενοχλεί τώρα που σου το λέω κατάμουτρα; Σε εξαπάτησα εν αγνοία σου και τώρα στο αποκαλύπτω. Δες όμως! Αν δεν διάβαζες εδώ θα έκανες κάτι άλλο. Κάπου θα χάριζες αυτό τον χρόνο από τη ζωή σου. Τουλάχιστον εγώ στο λέω: Μόλις σε λήστεψα!
Αυτό με κάνει καλύτερο; Σπατάλησα πάνω από 7 λεπτά για να σου τα γράψω όλα αυτά. Σου χάρισα περισσότερο χρόνο από τη δική μου ζωή από αυτόν που μου έδωσες (και συνεχίζεις να μου δίνεις κάθε στιγμή που περνάει) για να διαβάσεις αυτές τις αράδες.
Δίνουμε και παίρνουμε.
Βγαίνει τίποτα;
Σκέψου!
Σκέψου αυτά που σου λέω.
Ή απλά γράψε με, ξέχασε ό,τι σου έμαθα μέχρι εδώ και συνέχισε να αγχώνεσαι για το τι θα κάνεις σήμερα το βράδυ.
Να σου ζητήσω και συγχώρεση αν σε αναστατώνω; Απλά έχει επηρεαστεί η διάθεσή μου - δεν είναι τίποτα που δεν ξεγίνεται. Αλλά γιατί να σου ζητήσω συγχώρεση; Δεν υπάρχει λόγος! Εξάλλου γιατί να αναστατωθείς από κάποιον που για σένα είναι μια διεύθυνση στο ίντερνετ και γράμματα τακτοποιημένα σε λέξεις και λέξεις τακτοποιημένες σε φράσεις....
Λοιπόν, απλά έπαιζα όλη αυτή την ώρα.
Πόσο χρόνο μας πήρε αυτό το παιχνίδι;

Παρασκευή, 20 Μάρτιος 2009

Σφυρίζοντας αδιάφορα

Παλιοακτιβιστιστές, ψεματούρηδες, ενοχλητικοί που δεν έχουν τι να κάνουν και μας ζαλίζουν ενώ τα πραγματικά προβλήματα τρέχουν. Έρανο για τη Citibank τώρα! Η επιβολή κεφαλικού φόρου ακόμα και για τα κατοικίδια δεν είναι υποχρέωση - είναι ευλογία.

Κυριακή, 15 Μάρτιος 2009

Πέντε

Η πρώτη λέξη - η δυσκολότερη. Που μόλις βγει αυτή οι υπόλοιπες την ακολουθούν σα συγχορδία έτοιμη από καιρό, γραμμένη από μαέστρο. Μιλώ, βέβαια, για την πρώτη λέξη από φράση που δεν ανήκει στην κατηγορία των απαντήσεων. Θυμάμαι, άλλωστε, πως οι πιο δυνατές απαντήσεις που έδωσα ή έλαβα ποτέ ήταν μονολεκτικές. Επουσιώδη όλα αυτά, τα λέω γιατί και τώρα αυτήν ψάχνω: την πρώτη λέξη.

Όπως η φλόγα
που σε παρακινεί για το ταξίδι
κι εσύ ανεπαρκής
με ροή από ανάσες ακαθόριστη.

Πέμπτη, 26 Φεβρουάριος 2009

Κάθε πράγμα στον καιρό του και το νουνί χτενίζεται

Παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο όπως κατέφτασε στο mail μου (danke Μύγα):

Ουάσιγκτον. Σταθμός του μετρό. Ένα κρύο πρωϊνό τον Γενάρη του 2007. Έπαιξε έξι κομμάτια του Μπαχ για περίπου 45 λεπτά. Στο διάστημα αυτό, περίπου 2 χιλιάδες άτομα πέρασαν από το σταθμό, οι περισσότεροι καθ' οδόν για τη δουλειά τους.
Μετά από 3 λεπτά ένας μεσήλικας πρόσεξε ότι κάποιος έπαιζε μουσική. Βράδυνε το βήμα του, σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά προχώρησε βιαστικός για τον προορισμό του.

4 λεπτά αργότερα ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο: μια γυναίκα έριξε τα χρήματα στο κουτί του και χωρίς να σταματήσει συνέχισε το δρόμο της.
6 λεπτά, ένας νεαρός έγειρε στον τοίχο για να τον ακούσει, μετά κοίταξε το ρολόι του και συνέχισε να περπατά.
10 λεπτά, ένα αγοράκι 3 ετών σταμάτησε, αλλά η μητέρα του το έσυρε βιαστικά να συνεχίσει, καθώς το παιδί σταμάτησε για να δει τον βιολιστή. Τελικά η μητέρα έσπρωξε δυνατά το παιδί και το παιδί ξανάρχισε να περπατά γυρνώντας ολοένα το κεφάλι προς τα πίσω. Την ίδια αντίδραση είχαν και πολλά άλλα παιδιά. Όλοι, χωρίς εξαίρεση, οι γονείς τα πίεζαν να προχωρήσουν.
45 λεπτά: ο μουσικός συνέχισε να παίζει. Μόνον 6 άνθρωποι είχαν για λίγο σταματήσει. Περίπου 20 άτομα του άφησαν χρήματα χωρίς να διακόψουν το ρυθμό τους.
Συγκέντρωσε συνολικά 32 δολάρια.
1 ώρα: τελείωσε το παίξιμο και μια σιγή απλώθηκε παντού. Κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε ούτε υπήρξε έστω κάποιο ίχνος αναγνώρισης.
Κανείς δεν το 'ξερε, αλλά ο βιολιστής ήταν ο Τζόσουα Μπελ, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου. Έπαιξε ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια που έχουν ποτέ γραφτεί, με ένα βιολί αξίας 3.5 εκατομμυρίων δολαρίων. Δύο μέρες νωρίτερα, ο Τζόσουα Μπελ γέμισε ασφυκτικά ένα θέατρο στη Βοστόνη, σε συναυλία που η μέση τιμή του εισιτηρίου άγγιξε τα 100 δολάρια.
Πρόκειται για πραγματικό γεγονός. Ο Τζόσουα Μπελ έπαιξε ινκόγκνιτο στο σταθμό του μετρό στα πλαίσια ενός κοινωνιολογικού πειράματος που οργάνωσε η Ουάσιγκτον Ποστ για την αντίληψη, το γούστο και τις προτεραιότητες των ανθρώπων. Το ερώτημα που προέκυψε: σε ένα ουδέτερο περιβάλλον και σε ακατάλληλη ώρα, μπορούμε να αντιληφθούμε την ομορφιά; Σταματούμε για να την απολαύσουμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο όταν εκδηλώνεται σε ασυνήθιστα χωροχρονικά πλαίσια;
Ένα συμπέρασμα που πιθανώς μπορεί να εξαχθεί από το συγκεκριμένο πείραμα είναι:
Αν δεν έχουμε ένα λεπτό για να σταματήσουμε και ν' ακούσουμε έναν από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου να παίζει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ, με ένα από τα ομορφότερα μουσικά όργανα .... πόσα άλλα πράγματα χάνουμε άραγε;

Μου έκανε εντύπωση, το έψαξα και ισχύει. Λίγο ετεροχρονισμένα βέβαια έμαθα για αυτό (οπότε ενδεχομένως να το ξέρεις αγαπητέ αναγνώστη) αφού το σκηνικό στήθηκε το 2007 μέσω δημοσιογράφου της Washington Post. Εδώ για τη δημοσίευση στην εφημερίδα (λιγότερο δραματικά γραμμένο σε σχέση με το mail, χεχε) ή εδώ για τη σχετική κουβεντούλα και τα σχόλια.

Έχει και βίντεα στο σωλήνα σου αν ψάξεις. Να ένα:



Κι εγώ σκέφτομαι ότι ενδεχομένως κάποιος να είχε παρακολουθήσει το μουσικό σε κάποια εμφάνισή του και να είχε σκάσει κανά κατοστάρικο σε δολάρια. Και τότε είπε:
"Μωρή τι έκανες εχθές?"
"Α, φιλενάδα, πήγαμε με τον James και είδαμε τον Joshua Bell, τον βιολιστή - τον ξέρεις?"
"Μμμμμ"
"Τι να σου λέω, μαγεύτηκα. 100 δολάρια εισιτήριο είχε αλλά ήταν υπέροχα. Μαγεύτηκα! και είδα και πολύ καλό κόσμο. Ήταν η Jessica, η γυναίκα του πρέσβη......μπλα.....μπλα.....μπλα....α, κάπου πήρε το μάτι μου και την Kate - πως πάχυνε έτσι!...μπλα...μπλα...μπλα...και μετά πήγαμε για φαγητό...μπλα...μπλα...με χτύπησαν τα Manolo Blahnik λίγο, πρέπει να τα πήρα μικρά...μπλα...μπλα..."
"Και τι άλλα?"
"Α, καλέ, το πρωί ήταν κι ένας μουσικός στο σταθμό κι έπαιζε βιολί. Πωπω, με την τσίμπλα στο μάτι και αντηχούσε στους τοίχους, σου έπαιρνε τα αυτιά. For god's sake, πως τους αφήνουν;"
"Ναι, πολύ εκνευριστικό. Αντί να βρουν καμιά κανονική δουλειά..."
"...μπλα...μπλα...μπλα..."