Masqué
Αντικειμενικά ήταν όμορφος. Αυτό το παραδεχόταν ο καθένας. Αντικειμενικά ήταν απελπισμένη. Αυτό μπορούσε να το διακρίνει ο καθένας. Και στις δύο περιπτώσεις αρκούσε ένα βλέμμα. Στην πρώτη, το βλέμμα ερχόταν σε επαφή με κάτι απτό - ένα σουλούπι ελκυστικό. Στη δεύτερη ερχόταν σε επαφή με κάτι υπεραισθητό – μια αύρα μελαγχολίας μαζί με απομόνωση, απογοήτευση και ξεπεσμό.
Αντικειμενικά ήταν γοητευτική. Αυτό το διέκρινε ο καθένας. Αντικειμενικά ήταν δυστυχισμένος. Αυτό το παραδεχόταν ακόμα και ο ίδιος. Και στις δύο περιπτώσεις αρκούσε μια κουβέντα. Στην πρώτη, θα απαντούσε μια φωνή που έφτανε για να καυλώσει και τον πιο δύσπιστο. Στη δεύτερη θα ακουγόταν μια φράση με στοιχεία από παραίτηση, υποβάθμιση και απαξίωση.
Κατά γενική ομολογία το βράδυ ήταν βαρετό. Ο καπνός ήταν πολύς όπως συνήθως. Τα χρώματα είχαν το μουντό γκρι ενός film noir. Η μουσική ήταν ανάλογη. Οι μουσικοί έδειχναν συγκεντρωμένοι. Τα ποτά ήταν αργόπιοτα. Μία εσάνς καθαρού οινοπνεύματος είχε εμποτιστεί στον αέρα και μπλεκόταν με τις μυρωδιές από πολλές διαφορετικές μάρκες τσιγάρων.
Λογικό ήταν να μιλήσουν -αν και δεν είπαν πολλά. Αναμενόμενο να θέλουν να φύγουν νωρίτερα απ' ότι υπολόγιζαν όταν ντύνονταν για να βγουν – αν και ενδόμυχα αυτό ήθελαν. Απαραίτητο ήταν να φανεί πως κανείς δεν είχε ανάγκη κανέναν – αν και κανείς δεν μπορούσε να ζει μόνο με τον εαυτό του.
Στο δρόμο δεν είπαν τίποτα. Ούτε ήρθαν σε οποιαδήποτε σωματική επαφή. Η απουσία κάθε είδους αποδεκτής τελετουργίας, η αποφυγή κλισέ που πάντα λέγονται σε αυτές τις περιπτώσεις για να απενοχοποιήσουν το κλίμα ήταν εσκεμμένη και κοινή τους επιδίωξη, η σιωπή δεν ήταν από αμηχανία αλλά από αποφασιστικότητα. Η προσπάθεια να μην υπάρχει καμία έκθεση γνωρισμάτων, προσωπικοτήτων, χαρακτηριστικών κρίθηκε επιτυχημένη εκατέρωθεν.
Αφέθηκε. Πρώτα την έγδυσε. Μετά του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Δεν ήθελε να τον γλείψει αλλά το έκανε για να μην τη θεωρήσει βαρετή. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να την πηδήξει αλλά πρώτα ασχολήθηκε με το πίσω μέρος του λαιμού της, με την πλάτη της και τους μηρούς της για να μην τον θεωρήσει λιγούρη. Ήθελε να τον φιλήσει στο στόμα αλλά δεν το έκανε για να μην πιστέψει πως της έλειπε η επαφή. Δεν ξέρει πως του ήρθε και έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα της – δεν ήθελε να δημιουργήσει καμία υποψία δέσμευσης ή προοπτική επανάληψης. Ήθελε να χύσει αλλά όσο περνούσε η ώρα ένιωθε όλο και πιο αταίριαστη σε αυτή την εικόνα. Ήθελε να χύσει πάνω της αλλά όσο περνούσε η ώρα διαισθανόταν πως θα ήταν αταίριαστο – γιατί;
Οι ματιές απόφευγαν να συναντηθούν όπως σε έναν αποχωρισμό αγαπημένου που αποφεύγεις να κοιτάξεις πίσω ή κοιτάς όταν ο άλλος δεν κοιτά. Τα ρούχα ξαναφορέθηκαν. Τα σκαλιά, 22 στον αριθμό, οδηγούσαν τώρα χαμηλότερα. Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω τους, η πόρτα της εξόδου άνοιξε μπροστά τους. Ο ένας πήγε αριστερά, η μία πήγε δεξιά. Δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ. Ο ένας παλεύει με τη δυστυχία του, η μία με την απελπισία της. Και οι δύο έπρεπε να είναι λιγότερο δειλοί και περισσότερο ειλικρινείς. Αντικειμενικά. Ξημέρωνε. Μετά από ένα βιαστικό ύπνο θα ντύνονταν και οι δύο με το προσωπείο της καθημερινότητας τους.


